16.12.17

Γ. Σεφέρης: πρέπει ν' αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται...


Ο διπλωμάτης και ποιητής Γιώργος Σεφέρης υπήρξε ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με Νόμπελ και συγκεκριμένα με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στις 10 Δεκεμβρίου 1963, στην τελετή απονομής που έγινε στην Στοκχόλμη, παρέλαβε το επίζηλο βραβείο από τον βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύο. Στην τελετή απονομής εκφώνησε ένα σύντομο λόγο στο δείπνο που παρατέθηκε για τους νομπελίστες στο Δημαρχείο της Στοκχόλμης, ενώ την επομένη έδωσε διάλεξη στην Σουηδική Ακαδημία όπου απηύθυνε μια ομιλία (στα αγγλικά) που έχει μείνει ιστορική και διαβάζεται πάντα με σαφείς αναφορές στην ιστορική συνθήκη κάθε στιγμής.

«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα*. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα πρώτα από τον εαυτό μου. 

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. 

Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν»*.

 Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα* του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «...θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε...»*. Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. 

Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει* ανάμεσα σ' ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης. 

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο, γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ' ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν' ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να 'βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι' αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν' αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. 

Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, – για να θυμηθώ το Σέλλεϋ*, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.

 Σ' αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν' αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται. Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα.»

Επιμέλεια: Π. Τζεφέρης

10.12.17

οι άνθρωποι που συναντήθηκαν αληθινά ποτέ δε χάνονται...

Ας κοιτάξουμε το πλήθος που περπατά στα πεζοδρόμια στο κέντρο μιας μεγαλούπολης. Τα κεφάλια, τα σώματα, η κίνηση, όσο πιο απόμακρα στεκόμαστε και τα παρατηρούμε, όσο πιο ψηλά πηγαίνουμε και απλώνει η οπτική μας, μας δίνουν την εντύπωση ενός τεράστιου αριθμού παρόμοιων αντικειμένων που κινούνται αδιαλείπτως με την ίδια μονότονη ροή.

Ακόμη και αν το παιδί μας βρίσκεται κάπου εκεί ανάμεσά τους, μπορεί ούτε να το προσέξουμε. Κι όμως, ένας απ’ αυτούς τους δήθεν όμοιους αριθμούς που κυλούν όλοι μαζί, ασήμαντοι και αφανείς, μπορεί να είναι ο Εκείνος ή η Εκείνη της ζωής και του θανάτου μας. Δε διακρίνονται χωρίς εγγύτητα τα πρόσωπα, δε γνωρίζονται και δεν αναγνωρίζονται δίχως σχέση. Με τη σχέση γίνονται εκείνο που είναι, δηλαδή αποκαλύπτονται, φανερώνονται και παίρνουν την αληθινή αξία τους στη ζωή μας.

Από τις πιο ενοχλητικές για μένα «φιλοσοφίες» είναι εκείνη που διαρκώς επαναλαμβάνει: Ουδείς αναντικατάστατος! Μα πώς μπορούμε να το λέμε αυτό για πρόσωπα της ψυχής μας; Είναι δηλαδή αντικαταστάσιμος ο πατέρας μου; Ο ζωντανός αλλά και νεκρός πια πατέρας μου;

Ο άλλος σε σημαδεύει βαθιά, σου κεντάει την καρδιά και τη ζωή για πάντα, ακριβώς γιατί είναι αναντικατάστατος. Μόνο οι μηχανές και κάποια αντικείμενα αντικαθίστανται με τα ανταλλακτικά τους, κι αν ένα πρόσωπο για σένα μπορεί να αντικατασταθεί «συναισθηματικά» με κάποιο άλλο, αποδεικνύεται πως δεν αγαπούσες το ίδιο το πρόσωπο αλλά την κατάσταση, την παράσταση, όπου εκείνο έπαιρνε μέρος και έπαιζε ρόλο. Ρόλος και πρόσωπο είναι άλλο πράγμα.

Το μαρτύριο και η ευδαιμονία μιας αγαπητικής σχέσης είναι, ότι είναι απολύτως προσωπική. Με τίποτα και κανένα δε μοιάζει, τίποτε άλλο δε θυμίζει, όσοι προσπάθησαν να ερωτευτούν κάποιον άλλο, προκειμένου να υπομείνουν την οδύνη ενός χωρισμού από εκείνον που όντως αγαπούσαν, το γνωρίζουν καλά τούτο. Μπορεί να ανακουφίστηκαν κάπως από αντιπερισπασμό, ποτέ όμως από αντικατάσταση.

Από κανέναν ο αγαπώμενος δε γίνεται να αναπληρωθεί. Γι’ αυτό πονάει τόσο βαριά η απώλεια. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλο σεβασμό το πένθος. Σεβασμό και από τους ίδιους τους πενθούντες.

...........................................

Μόνο η αγάπη αποκαλύπτει τη μοναδικότητα που όντως είναι ο άλλος. Ο αγαπημένος άλλος. Αυτός ο πλάτανος μου θυμίζει τη μοναδικότητα της αγάπης...
Στην ουσία οι άνθρωποι που συναντήθηκαν αληθινά ποτέ δε χάνονται, ακόμη κι αν δεν επικοινωνούν με ραντεβού, τηλεφωνήματα, γράμματα, λόγια και αγγίγματα.

Η ασημένια κλωστή, που τους έδεσε κάποτε με αυθεντικά αισθήματα, μπορεί να μακραίνει, να τυλίγει όλη την υδρόγειο, να προχωρά και να πηγαίνει πέρα, στον ουρανό, στην άλλη, τη μετά το θάνατο ζωή, αλλά ποτέ δε θα λυθεί εκείνος ο μοιραίος κόμπος.

Πάντα μας συνδέει, μας περιτυλίγει, πότε-πότε τραβάει και μας ξυπνά από το λήθαργο της λησμονιάς, της ανίας, μας αποκαλύπτει την αληθινή μας έκταση, μας υπενθυμίζει τις προοπτικές μας. 

Μας θυμίζει ποιοι μπορέσαμε να είμαστε, έστω και λίγες ώρες, πού μπορούμε να φτάσουμε, έστω και λίγες στιγμές. Για να συμβεί τότε, μπορούμε! Για να συμβεί τότε, συμβαίνει!».


 - από το βιβλίο της Μ. Βαμβουνάκη, Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα

7.12.17

Η ζωή είναι μικρή για να την σπαταλάς φτειάνοντας θλιβερές ατζέντες..


Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία.

Τουλάχιστον, μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την… 

Έτσι, μ’ αυτήν την «εφεύρεση» που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μάς είναι βάρος. Γιατί δε ζούμε… κατάλαβες; 

Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’την αρχή. Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας… 

Όλα τ’ αφήσαμε, γι’ αυτό το αύριο, που δεν θα ‘ρθει ποτέ… Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως: Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας... [Χρόνης Μίσσιος].

Να ξυπνάς κάθε πρωί και να πίνεις τον αγαπημένο σου καφέ. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να πίνεις κακό καφέ. 

Να ακολουθείς ο,τι χαζομάρα σε κάνει χαρούμενο... Να κυνηγάς τη δουλειά των ονείρων σου, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει λιγότερα χρήματα.

Να αδιαφορείς για τους κακούς. Η τιμωρία τους είναι η αδιαφορία σου. Μακριά από την κακία. Όταν στέκεσαι δίπλα τους, σου κλέβουν την ηρεμία και την καλοσύνη. Απομάκρυνέ τους από τη ζωή σου και άφησε τους να βράσουν στο καζάνι της κακίας τους. Η ευτυχία μας είναι η πληρότητα της ψυχής μας, μη σε αγχώνουν πράγματα που δεν αλλάζουν.

Ζήσε τις μικρές στιγμές, τα απλά πράγματα, το τώρα, το χτες έφυγε πια, ενώ το αύριο μπορεί να μην έρθει. Ζήσε τη ζωή σου χωρίς να την εξευτελίζεις με μικροπρέπειες ούτε να αναλώνεσαι σε πράγματα ανούσια. Ζήσε τη ζωή σου όπως εσύ θες και κρίνεις, γιατί η ζωή είναι δώρο!

2.12.17

είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…



29.11.17

Οι Μανιάτες στην Επανάσταση του 1821, Σταύρου Γ. Καπετανάκη.

Η είδηση ότι στον αγώνα μπήκε ο Μπέης της Μάνης με όλους τους Μανιάτες, προκάλεσε ενθουσιασμό στους ραγιάδες και άρπαξαν με σιγουριά τα όπλα και ήθελαν να πολεμούν μαζί τους διότι είχαν εμπιστοσύνη στην αντρειοσύνη τους.


Η κήρυξη της επανάστασης στη Μάνη, στην ιστορική αυτή περιοχή της Πελοποννήσου, έλαβε χώρα στις 17 Μαρτίου του 1821 σύμφωνα με την τοπική προφορική παράδοση. Αφού στις 17 Μαρτίου έγινε αγιασμός στο ναό των Ταξιαρχών της Αρεόπολης και ο Πετρόμπεης με τους λοιπούς αγωνιστές έλαβαν τις ευλογίες της εκκλησίας, αναχώρησαν για τις Κιτριές. Αυτό το γεγονός αποτελεί την πιο σημαντική στιγμή της έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα, διότι από εκείνη την ώρα άρχισε ο πραγματικός ξεσηκωμός του 1821, που έφερε στην Ελλάδα την ελευθερία.

[του Πέτρου Τζεφέρη] [by Tzeferis Petros]

Το βιβλίο αυτό αποτελεί τη συνέχεια, ενός προηγούμενου του ίδιου συγγραφέα με τίτλο "Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821" και εκτείνεται από την έναρξη της επανάστασης μέχρι την απομάκρυνση του Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο. Γι' αυτό δεν γίνεται αναφορά στην κατάσταση που επικρατούσε στη Μάνη πριν από το 1821, όπως στους θεσμούς του καπετάνιου και του μπέη, ούτε στα προηγηθέντα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα ή στους αιματηρούς αγώνες των Μανιατών, με τους οποίους εξασφάλισαν για τη Μάνη την απουσία των Τούρκων κατακτητών από τον τόπο τους. Τελειώνει με την απομάκρυνση του Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο τον Σεπτέμβριο του 1828. Στο τέλος όμως επισυνάπτονται μερικά μεταγενέστερα έγγραφα αναφορικά με τις σχέσεις της οικογενείας Μαυρομιχάλη και του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια για να κινήσουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών στη μελέτη του αμφιλεγόμενου αυτού θέματος.

Περιεχόμενα:

Σελίδες στη μνήμη του Κωνσταντίνου Λ. Κοτσώνη-Πρόλογος-Εισαγωγικό σημείωμα- ΕΝΑΡΞΗ ΚΑΙ ΣΤΕΡΕΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ 1821-2- 1822- ΕΜΦΥΛΙΕΣ ΔΙΑΜΑΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ 1823-4- Ο ΙΜΠΡΑΗΜ ΣΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ 1825-8- 1826-ΕΠΙΛΟΓΟΣ-Βιβλιογραφία-Ευρετήριο ονομάτων.

Ο αναγνώστης ενός ή περισσοτέρων βιβλίων ιστορίας για την επανάσταση του 1821 συνήθως δεν αποκομίζει μια σαφή εικόνα για τη συμβολή της Μάνης στον απελευθερωτικό αγώνα. Η προσφορά των Μανιατών δεν παρουσιάζεται από τους συγγραφείς πάντοτε με ακρίβεια και χωρίς προκατάληψη.

Οι Μανιάτες αγωνιστές δεν άφησαν απομνημονεύματα κι ούτε κυκλοφόρησε μέχρι τώρα ένα βιβλίο αφιερωμένο αποκλειστικά στην προσφορά της Μάνης στην αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Οι Μανιάτες, με την ηρωική τους διαδρομή στα χρόνια της μακραίωνης τουρκοκρατίας, είχαν πετύχει να φαντάζουν στους υπόδουλους Έλληνες «τουρκομάχοι» που προκαλούσαν φόβο στους κατακτητές. Αυτή η ιδέα είχε θετικό αποτέλεσμα στην απόφαση των Πελοποννησίων για τον ξεσηκωμό. Η είδηση ότι στον αγώνα μπήκε ο Μπέης της Μάνης με όλους τους Μανιάτες, προκάλεσε ενθουσιασμό στους ραγιάδες και άρπαξαν με σιγουριά τα όπλα και ήθελαν να πολεμούν μαζί τους διότι είχαν εμπιστοσύνη στην αντρειοσύνη τους.

Αναπαράγω ένα μικρό απόσπασμα, σελ. 50-51 που αναφέρεται στην έναρξη της επαναστάσεως από τον αρχιστράτηγο της Μάνης Π. Μαυρομιχάλη:

kapetanakis by tzeferisp on Scribd


"...Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης αποφάσισε στις 17 Μαρτίου 1821 να μεταβεί από την Αρεόπολη στις Κιτριές και να συστήσει εκεί το πρώτο μεγάλο στρατόπεδο του αγώνα. Ήθελε ακόμη να βρίσκεται εγγύτερα στο πεδίο των επικείμενων πολεμικών επιχειρήσεων και να επικοινωνεί ευκολότερα με τους Μεσσήνιους, ιδιαίτερα δε με το Γρηγόριο Δικαίο και τον Αναγνωσταρά, που θα συγκεντρώνονταν γύρω από την Καλαμάτα. 

Ο Ιωάννης (Γενναίος) Θ. Κολοκοτρώνης  έγραψε σχετικά: «...Αναπτυσσομένης της ιδέας περί της επαναστάσεως, ο σπινθήρ της ελευθερίας ήναπτε τον ενθουσιασμόν των Ελλήνων, οίτινες διεννοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου. Όθεν την 17ην Μαρτίου οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβω- σι τα όπλα κατά των Τούρκων. Ο δε Κολοκοτρώνης εφανέρωσεν ταύτην εις τον Αναγνωσταράν, Φλέσσαν και λοιπούς..». 

Petrompeis by Hess
Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης σηκώνει τη σημαία της επανάστασης στη Μάνη
Μπορούμε να υποθέσουμε ότι από εκείνη τη στιγμή άρχισε και η στρατολογία των Μεσσηνίων. Είναι αδιανόητο να ισχυρισθεί κανείς, ότι τα γεγονότα της Αχαΐας της 23ης Μαρτίου είχαν γίνει γνωστά αστραπιαίως στη Μάνη και παρέσυραν τον Πετρόμπεη στην επανάσταση. Αφού στις 17 Μαρτίου έγινε αγιασμός στο ναό των Ταξιαρχών της Αρεόπολης και ο Πετρόμπεης με τους λοιπούς αγωνιστές έλαβαν τις ευλογίες της εκκλησίας, αναχώρησαν για τις Κιτριές. 

Αυτό το γεγονός αποτελεί την πιο σημαντική στιγμή της έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα, διότι από εκείνη την ώρα άρχισε ο πραγματικός ξεσηκωμός του 1821, που έφερε στην Ελλάδα την ελευθερία. Μπορεί να μην έγινε άμεσα αντιληπτή από τους Τούρκους η επαναστατική κίνηση του Πετρόμπεη, διότι έλαβε χώρα μέσα στα σύνορα της Μάνης, όπου δεν κατοικούσαν Τούρκοι, αλλά ο κύβος είχε ήδη ριφθεί. Θα περίμεναν την 25η Μαρτίου για να ξεχυθούν με τα λάβαρά τους εναντίον των Τούρκων της Μεσσηνίας, της Λακωνίας και της Αρκαδίας. 

Από τη στιγμή εκείνη άρχισαν να κινητοποιούνται τα επαναστατικά στρατόπεδα σε όλη τη Μάνη, στην έδρα του Μπέη, των καπετανιών και γενικά σε όλα τα χωριά, ενώ παράλληλα ένα άλλο στρατόπεδο, το πρώτο στον τουρκο- κρατούμενο Μοριά, έκανε την εμφάνισή του δειλά στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση βόρεια της Καλαμάτας. Εκεί ήταν ο εκπρόσωπος του Αλέξανδρου Υψηλάντη και της Φιλικής Εταιρείας Γρηγόριος Δικαίος-Παπαφλέσσας με τους συγγενείς και πατριώτες του, εκεί ο Αναγνωσταράς, ο γερο-Μητροπέτροβας, ο Νικήτας Σταματελλόπουλος, οι Μπουραίοι, ο Παναγιώτης Κεφάλας κ.ά., που στρατολογούσαν μέχρι να έρθει ο καιρός για δράση. Πέρα από τα στρατόπεδα αυτά κάθε καπετάνιος της Μάνης συγκέντρωνε κοντά του τους ανθρώπους του, τους εφοδίαζε με πυρομαχικά, με τσαρούχια κλπ. Οι Μανιάτες και ακολούθως οι Μεσσήνιοι ήταν εκείνοι που άρχισαν πρώτοι να ετοιμάζονται ουσιαστικά για τον ξεσηκωμό του 1821..."